
"Αυτό είναι, για μένα, το πιο όμορφο και το πιο θλιβερό τοπίο του κόσμου. Είναι τα ίδιο με το τοπίο της προηγούμενης σελίδας, όμως το σχεδίασα ακόμη μια φορά για να σας το δείξω καλύτερα. Σ' αυτό εδώ το μέρος εμφανίστηκε ο μικρός πρίγκιπας, κι ύστερα χάθηκε. Κοιτάξτε όσο μπορείτε πιο προσεχτικά τούτο το τοπίο, έτσι ώστε να 'σαστε σίγουροι πως θα το αναγνωρίσετε αν κάποια μέρα ταξιδέψετε στην Αφρική, μέσα στην έρημο. Και αν τύχει να περάσετε από 'κει, πολύ παρακαλώ σας, μη βιαστείτε, περιμένετε λίγο, ακριβώς κάτω απ' τ' αστέρι! Αν τότε ένα παιδί έρθει κοντά σας, αν γελάει, αν έχει κατάξανθα χρυσά μαλλιά, αν δεν απαντάει όταν του κάνετε ερωτήσεις, θα μαντέψετε με σιγουριά ποιος είναι. Τότε φανείτε ευγενικοί! Μην μ' αφήσετε στην τόση μου θλίψη: γράψτε μου γρήγορα πως ξαναγύρισε ..."
Πέντε στιγμές μετά, διαβάζω ξανά το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, όπως κάνω με κάθε κείμενο που απλώνει τις λέξεις του γύρω μου και με κάνει δικό του. Το κλείνω διστακτικά, αβέβαιος αν είμαι έτοιμος ν' αποχαιρετήσω τον (πραγματικά μεγάλο) μικρό πρίγκηπα, και νιώθω για λίγο τυχερός που με μια στροφή της κεφαλής μου μπορώ να δω το σκοτάδι ν' απλώνεται περήφανα στον νυχτερινό ουρανό μιας διακριτικά μελαγχολικής Πορτογαλίας.
Στρίβω βιαστικά το βλέμμα στον γλυκό μου Felix, σε μια αδέξια προσπάθεια να χωρέσω στο νού μου όσες εικόνες μπορώ ετούτη εδώ τη στιγμή. Και με έκπληξη βλέπω να παίρνουν μορφή στο σχεδόν ναρκωμένο του πρόσωπο όλα εκείνα τα παιδιάστικα χαιδευτικά με τα οποία τον πειράζω κάποιες φορές. Κοιμάται σαν χίλια μικρά παιδιά στον ώμο μου, και παρά τα χρόνια που με περνάει, νιώθω (ίσως όχι για πρώτη φορά) ο μεγαλύτερος απ' τους δυο μας.
Τον κοιτάω για λίγο, και λίγο ακόμα, και σκέφτομαι πως έχω μια ολόκληρη ζωή μπροστά να τον κοιτώ. Στο υποφωτισμένο εσωτερικό του λεοφωρείου θαρρώ πως όλοι κοιμούνται εκτός απο μένα, σαν να 'χει σταματήσει ο χρόνος μόνο για μένα, λες και μ' έχει λυπηθεί ο Θεός και μου 'δωσε δυο λεπτά προθεσμία να χαρώ ότι προλάβω.
Γυρνάω το κεφάλι στο παράθυρο κι αποχαιρετώ τα πράγματα που φεύγουν, καλωσορίζοντας αυτά που έρχονται. Χωρίς να το σκεφτώ. Πόσο μαγευτικά είναι αλήθεια τα (επίγεια) ταξίδια το βράδυ. Πόσο σε κάνουν να μελαγχολείς για όλα και για τίποτα την ίδια στιγμή. Για ζωές που άφησες στη μέση, για φίλους που έφυγαν, για πράγματα που δεν έκανες, για όλα αυτά που έκανες και μετανοιώνεις, για μέρες που δεν έζησες και για μέρες που δε θα ζήσεις.
Οι διαδρομές είναι παύσεις.
Δραπετεύω απο την γραμμική για ώρες πορεία και ταξιδεύω αλλού. Στο σπίτι εκείνο που είναι μέσα έξι ψυχές που μ' αγαπάνε περισσότερο απ' όλους. Περισσότερο ίσως κι απ' τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν επέμενε άδικα ο Μικρός Πρίγκηπας όταν έκανε ερωτήσεις. Αλλα είμαι πια σίγουρος ότι εκείνη τη μαγική στιγμή που ο χρόνος σταμάτησε για μένα, πήρα απάντηση στις δικές μου.
Χαζεύοντας το άπειρο ρωτάω την Αλεπού. Πόσοι κλαίνε γι' αυτό τον ουρανό απόψε;